Του Στέλιου Τάτση
Ήταν Ιούλιος του 1956, το καλοκαίρι που τελείωσα τις Γυμνασιακές μου σπουδές και έψαχνα τον επαγγελματικό προσανατολισμό μου.
Τα χρόνια εκείνα η θάλασσα ήταν η μόνη διέξοδός  για τους αδύνατους στην τσέπη. Η ευκαιρία … δεν άργησε να βρεθεί και άρχισα να ετοιμάζομαι για το πρώτο μπάρκο. Θα πήγαινα στο Λονδίνο να ναυτολογηθώ στο πλοίο “ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ” την εξ’ Οινουσσών αδελφών Παντελή και Στεφάνου Κολάκη, καρβουνιάρικο ένα πρώτης τάξεως “κάτεργο” για το οποίο θα αναφερθώ σε άλλο μου γράμμα.
Στο πρώτο μου μπάρκο με συνόδευσε ο πατέρας μου μέχρι τον Πειραιά και αποχαιρετιστήκαμε στον ηλεκτρικό σταθμό από όπου επήρα το τρένο για το Λονδίνο. Ενθυμούμαι ακόμη το σφύριγμα του που έμοιαζε σαν ουρλιαχτό που σου πάγωνε  την καρδιά.
Στον Πειραιά μείναμε μαζί μια βραδιά και διανυκτερεύσαμε σ’ ένα ξενοδοχείο της κακόφημης τότε Τρούμπας που όπως κακώς είχε γράψει σ’ ένα μυθιστόρημα του ο Μαράκης ήταν η περιοχή που σύχναζαν ναυτικοί και άλλα κακοποιά στοιχεία. Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στο περιοδικό Θησαυρός. Το διάβασα όταν υπηρετούσα στο δεξαμενόπλοιο του Χανδρή “DONA MYRTO” με πείραξε τόσο πολύ που έγραψα στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας χωρίς όμως να δω αποτέλεσμα.
Διανυκτερεύσαμε στο ξενοδοχείο του Ρούσσου το οποίο δεν υπάρχει πλέον το ρούφηξε κάποια πολυκατοικία.
Ήταν καταμεσήμερο και καθόμασταν σ’ ένα κοινόχρηστο χώρο του ξενοδοχείου μαζί με άλλους πελάτες. Ένας εξ’ αυτών προσπάθησε να πειράξει τον πατέρα μου ο οποίος ήταν ιερεύς και του έκανε την ερώτηση: “Για πες μου παπά μου έχεις δει ποτέ τον Θεό;” Ο πατέρας μου ενοχλημένος αλλά χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, του λέγει έλα μαζί μου στην ταράτσα του ξενοδοχείου. Τους ακολούθησα κι εγώ.
Ο ήλιος ήταν μεσουρανισμένος, ο αττικός ουρανός κατακάθαρος  άφηνε τις ακτίνες του ν’ αγκαλιάζουν και να θερμαίνουν τα πάντα. Έλαμπε και έμοιαζε με δυσεύρετο διαμάντι. Κοίταξε τον ήλιο με τα μάτια σου ανοιχτά, του είπε ο πατέρας μου. Δοκίμασε αλλά αμέσως έσκυψε το κεφάλι του προς τα κάτω. Δεν μπορώ παπά μου, του λέγει, θαμπώνομαι. Πως θέλεις να δεις τον θεό αφού δεν μπορεί ν’ αντικρίσεις το δημιούργημά του ανόητε; Συγγνώμη παπά μου, μου έδωσες ένα καλό μάθημα που θα θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή και θα το διηγούμαι στα παιδιά, τα εγγόνια μου και σε όλους όσους γνωρίζω. Ήταν Θεού θέλημα να σε συναντήσω για ν’ αλλάξω κατεύθυνση στη ζωή μου. Όλος αυτός ο πρόλογος για να καταλήξω σ’ αυτήν την ανοησία  που σαν καραμέλα αναμασάνε οι σημερινοί επιστήμονες και την αποκαλούν “ΜΠΙΝΓ ΜΠΑΝΓΚ”.
Αυτές τις μέρες πειραματίζονται ξοδεύοντας πολλά δισεκατομμύρια για να μας αποδείξουν ότι τα πάντα έγιναν με μια μεγάλη σύγκρουση. Έστω και εάν παραδεχτούμε ότι έγινε αυτή η σύγκρουση δεν έγινε από μόνη της κάποιος  έδωσε εντολή να γίνει διότι εσείς οι επιστήμονες φάσκετε και αντιφάσκετε. Από τη μία λέγετε το: “μηδέν εκ του μηδενός”  και από την άλλη μας σερβίρετε ότι ο κόσμος έγινε από μόνος του με ένα “μπινγκ μπανγκ”.  Αυτός που έδωσε την εντολή είναι αυτός που όλοι μας, ίσως ο καθένας με διαφορετική λέξη ονομάζουμε “Θεός”.
H κίνηση και το πείραμα που γίνεται,  μου θυμίζει τον πύργο της Βαβέλ, που κι αυτοί τότε προσπαθούσαν να φθάσουν και να ξεπεράσουν τον Θεό.
Κάνατε μια τρύπα μέσα στη γη άπιστοι επιστήμονες και εύχομαι να μην φθάσει μέσα στο νερό και καταστραφούμε όλοι.
Ο Θεός είναι δημιουργός των πάντων.
Το Μπίνγκ Μπάνγκ το χρειάζεσθε εσείς για να συνέλθετε και να προσγειωθείτε στην πραγματικότητα. Όσο θα ζούμε στη Γη θα ισχύει ο νόμος της φθοράς, ο οποίος δεν υπάρχει στην άλλη ζωή και θα είναι μακάριοι εκείνοι που την πιστεύουν και προετοιμάζονται για να την ζήσουν για πάντα.

Νέα Υόρκη 22 Σεπτεμβρίου 2008

Μια απάντηση “Το Μπινγκ Μπάνγκ”

  1. kyriakos έγραψε

    Ψιτ, κύριε πάρτε την αγιαστούρα σας από τον επιταχυντή, στάζει πάνω στους υπεραγωγιμόυς μαγνήτες!

Αφήστε το σχόλιο σας

Πρέπει να κάνετε login για να σχολιάσετε Login »